Η προστασία των διακριτικών γνωρισμάτων στο διαδίκτυο - Domain names
Η παρούσα μελέτη δημοσιεύτηκε στο νομικό περιοδικό "Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιριών" (ΔΕΕ), τεύχος Δεκεμβρίου 1999, σ. 1243 επ.
| Με αφορμή την πρώτη ελληνική δικαστική απόφαση σχετικά με τα domain names, παρουσιάζεται στην παρούσα μελέτη το πρόβλημα της προστασίας των διακριτικών γνωρισμάτων από τη χρήση τους εκ μέρους τρίτων ως ηλεκτρονικής διεύθυνσης στο διαδίκτυο. Στην πρώτη ενότητα γίνεται μία εισαγωγή στις τεχνικές και οργανωτικές ιδιαιτερότητες των domain names και κατόπιν εξετάζονται στις υπόλοιπες ενότητες τα νομικά προβλήματα από τη σκοπιά του δικαίου των σημάτων, του αθέμιτου ανταγωνισμού, των αδικοπραξιών και της προστασίας του ονόματος. Με παραδείγματα από τη νομολογία άλλων χωρών, όπου ανέκυψαν παρόμοιες υποθέσεις, εκτίθενται οι δυνατότητες αλλά και τα όρια του κλασικού δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων στον ηλεκτρονικό χώρο. |
I. Το πρόβλημα
Η πρόσφατη απόφαση του Πρωτοδικείου Σύρου(1) έθεσε για πρώτη φορά επί τάπητος και στη χώρα μας ένα νέο πρόβλημα που απασχολεί εδώ και καιρό τα δικαστήρια άλλων χωρών: το πρόβλημα των domain names (ονόματα πεδίου). Τα τελευταία τέσσερα ως πέντε χρόνια έχει ξεσπάσει παγκοσμίως ένας πόλεμος ανάμεσα σε μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και ιδιώτες, όσον αφορά την παρουσία τους στο διαδίκτυο, και ειδικότερα τη διεύθυνση, δηλ. το domain name, στο οποίο θα φιλοξενείται η ιστοσελίδα τους. Το θέμα αυτό μόλις τελευταία άρχισε να γίνεται επίκαιρο και στη χώρα μας, όταν η μεγαλύτερη παγκοσμίως εταιρία ηλεκτρονικού εμπορίου, που λειτουργεί ως ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο (amazon.com), επιχείρησε να επεκταθεί και στο ελληνικό domain (.gr) αλλά με έκπληξη διαπίστωσε ότι το αντίστοιχο domain name (amazon.gr) είχε ήδη κατοχυρωθεί από εταιρία ελληνικών συμφερόντων, η οποία το χρησιμοποιεί για να πωλεί βιβλία με αντικαταβολή. Το Πρωτοδικείο Σύρου δικαίωσε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αμερικανική εταιρία, κρίνοντας ότι η λειτουργία ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου υπό την ηλεκτρονική διεύθυνση amazon.gr προσβάλλει το δικαίωμά της στην επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο.
Το διαδίκτυο (internet) αποτελείται από χιλιάδες μικρότερα δίκτυα ηλεκτρονικών υπολογιστών που είναι όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Προκειμένου να βρει κανείς τον επιθυμητό υπολογιστή και να διαβάσει τις πληροφορίες που αυτός περιέχει προς διάθεση, θα πρέπει να γνωρίζει τη μοναδική του διεύθυνση στο διαδίκτυο (αντίστοιχη με την ταχυδρομική διεύθυνση ή τον τηλεφωνικό αριθμό των φυσικών και νομικών προσώπων). Η διεύθυνση αυτή σηματοδοτείται από ένα πολυψήφιο αριθμό (π.χ. 206.253.222.65), ο οποίος αποτελεί την ταυτότητα του υπολογιστή στο διαδίκτυο και ονομάζεται αριθμός IP (2). Επειδή όμως ο αριθμός αυτός δεν είναι ευκολομνημόνευτος, από πολύ νωρίς αναπτύχθηκε το σύστημα DNS(3) το οποίο καθιστά δυνατό, σε κάθε τέτοιον αριθμό IP να αντιστοιχεί ένα ελεύθερα επιλεγόμενο όνομα (π.χ. georgiades.com). Στο σημείο αυτό, δηλαδή της εξασφάλισης των ονομάτων, ξεκινάει ο πόλεμος για τα domain names(4).
Κάθε domain name αποτελείται από περισσότερα επίπεδα (domain levels) που χωρίζονται μεταξύ τους με τελείες. Τα κρίσιμα για το θέμα μας επίπεδα είναι το επίπεδο δεύτερου βαθμού (second level domain), που αποτελεί το κατεξοχήν όνομα (π.χ. «georgiades»), και το επίπεδο πρώτου βαθμού (top level domain, π.χ. «.com» ή «.gr»), το οποίο υποδηλώνει τον οργανισμό που παραχώρησε τη διεύθυνση. Για την παραχώρηση των domain names αρμόδιες είναι ιδιωτικές εταιρίες ή οργανισμοί, που έχουν συνάψει συμβάσεις με τις κυβερνήσεις κάθε κράτους και μεταξύ τους. Τη διαχείριση του ελληνικού top level domain (.gr) έχει αναλάβει, βάσει συμβάσεως με την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας - Ινστιτούτο Πληροφορικής (ΙΠ-ΙΤΕ) με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης(5). Οι εν λόγω οργανισμοί ή εταιρίες δεν προχωρούν βεβαίως -ελλείψει αρμοδιότητας- σε κάποιου είδους έλεγχο πριν από την καταχώρηση των domain names, αλλά διαθέτουν αυτά στους ενδιαφερομένους με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας (first come, first served).
Κάθε συνδυασμός λέξεων μπορεί να δοθεί άπαξ για κάθε top level domain, ενώ μπορεί να κατοχυρωθεί σε καθένα από τα 246 προσβάσιμα στο κοινό top level domains. Όπως είναι φυσικό, κάθε επιχείρηση επιθυμεί καταρχήν να αποκτήσει την επωνυμία της ως domain name (ibm.com, apple.com, antenna.gr κ.ο.κ) για πολλούς και ευνόητους λόγους, όπως λόγους στρατηγικής marketing, κύρους, ευκολίας ανεύρεσης αλλά και προστασίας από κακόβουλες ενέργειες. Έχοντας αντιληφθεί εγκαίρως το γεγονός οι λεγόμενοι cybersquatters ή domain grabbers(6), έσπευσαν και κατοχύρωσαν στο όνομά τους γνωστές ονομασίες, όπως π.χ. η McDonalds, ως domain names με σκοπό να τα προσφέρουν αργότερα προς πώληση στους δικαιούχους έναντι αδρού τιμήματος, όπως και πράγματι συνέβη(7). Ο νομικός κόσμος αντέδρασε στην αρχή μουδιασμένα απέναντι στο νέο αυτό φαινόμενο του "domain grabbing" καθώς τα νομικά προβλήματα που ανακύπτουν είναι πολυπλοκότερα από όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται, ιδίως καθόσον οι σχετικές αντιδικίες έχουν ξεφύγει πλέον από τις προαναφερθείσες -προφανώς καταχρηστικές- περιπτώσεις κατάληψης των domains για κερδοσκοπικούς λόγους και έχουν εισέλθει σε σκληρές αντιπαραθέσεις επιχειρήσεων για την καλύτερη δυνατή θέση στο διαδίκτυο.
Στην παγκόσμια βιβλιογραφία και νομολογία έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις ως προς τη νομική φύση του domain name, χωρίς όμως να μπορούμε ακόμη να πούμε ότι κάποια από αυτές έχει επικρατήσει(8). Ανεξάρτητο όμως από το θέμα της νομικής φύσης και κατ' αποτέλεσμα της προστασίας που απολαμβάνει το ίδιο το domain name, είναι το αντίστροφο -και στην πράξη πολύ πιο επίκαιρο- ερώτημα, κατά πόσο η κατοχύρωση και χρήση ενός domain name μπορεί να αποτελέσει προσβολή δικαιωμάτων τρίτων σε άυλα αγαθά(9). Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μια σύντομη παρουσίαση ορισμένων μόνο από τα προβλήματα που προκύπτουν σε σχέση με τη συγκεκριμένη θεματική καθώς και των λύσεων που ακολούθησε η νομολογία σε άλλες χώρες.
II. Νομοθεσία περί σήματος
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 4, 18 § 3 και 26 § 1 του ν. 2239/1994 "περί σημάτων" προκύπτει ότι η αρνητική εξουσία του δικαιούχου του σήματος συνίσταται στο ότι αυτός μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς τη συγκατάθεσή του:
- σημείο, που ταυτίζεται με το σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες τα οποία ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει το σήμα ·
- σημείο, που λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών τα οποία το σήμα και το σημείο διακρίνουν, δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης του κοινού, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο κίνδυνος συσχέτισης του σημείου με το σήμα·
- σημείο, που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωρηθεί το σήμα, εφόσον το σήμα έχει αποκτήσει φήμη στην Ελλάδα και η χρησιμοποίηση του σημείου θα προσπόριζε στο σημείο αυτό χωρίς εύλογη αιτία αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή θα έβλαπτε τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού(10).
Στις περιπτώσεις, στις οποίες το σημείο που συγκρούεται με το προκατατεθειμένο σήμα αποτελεί domain name, ο εφαρμοστής του δικαίου έρχεται αντιμέτωπος με τις παρακάτω ιδιομορφίες:
1. Χρήση στις συναλλαγές: Ο ν. 2239/1994 "περί σημάτων" προστατεύει με τα άρθρα 26 §1 σε συνδ. με 18 § 3 τον δικαιούχο σήματος μόνο έναντι χρήσης του από τρίτους στις συναλλαγές. Συνεπώς αποκλείονται εκ προοιμίου περιπτώσεις που ένας ιδιώτης κατοχυρώνει ένα domain name για να το χρησιμοποιεί αποκλειστικά στην ιδιωτική σφαίρα (π.χ. για τη δημοσίευση οικογενειακών του φωτογραφιών), με αποτέλεσμα ο δικαιούχος του σήματος να πρέπει να αρκεστεί στην επίκληση των διατάξεων περί ονόματος (ΑΚ 58-59), αν το σήμα αποτελεί ταυτόχρονα και επωνυμία, και ενδεχομένως των διατάξεων για τις αδικοπραξίες (ΑΚ 914 επ.), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, προκειμένου να προστατευθεί. Εάν ωστόσο ο ιδιώτης προσφέρει το κατοχυρωμένο από αυτόν domain name προς πώληση ή το χρησιμοποιεί για διαφήμιση, θα πρέπει να δεχτούμε ότι πρόκειται για χρήση στις συναλλαγές(11). Το τελευταίο ισχύει κατά μείζονα λόγο για επιχειρήσεις(12).
2. Κίνδυνος σύγχυσης: Ένα πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι ποιό είναι το προϊόν ή η υπηρεσία, σε σχέση με τα οποία θα πρέπει να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης. Το Εφετείο του Dόsseldorf(13) έκρινε ότι κρίσιμα για την κατάφαση του κινδύνου σύγχυσης δεν είναι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται μέσω της ιστοσελίδας αλλά η ίδια η ιστοσελίδα ως τέτοια, με αποτέλεσμα ο κίνδυνος σύγχυσης να υφίσταται πάντα, ανεξάρτητα από τον οικονομικό τομέα στον οποίο δραστηριοποιούνται οι εκάστοτε διεκδικητές ενός domain name. Ως επιχείρημα για τη θέση του αυτή το δικαστήριο παραλλήλισε την υπό κρίση περίπτωση με αυτή δύο εφημερίδων που κυκλοφορούν υπό τον ίδιο τίτλο, για τις οποίες δεν χρειάζεται να ερευνηθεί η ομοιότητα με βάση το περιεχόμενο της ύλης. Ως προς την ορθότητα όμως της απόφασης αυτής μπορούν να διατυπωθούν σοβαρές επιφυλάξεις: Η ευρεία διάδοση της χρήσης του διαδικτύου καθώς και του ηλεκτρονικού εμπορίου διαμέσου αυτού επιβάλλει να προχωρήσουμε στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας και να κρίνουμε με βάση τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρονται μέσα από αυτήν. Εξάλλου η παραπάνω απόφαση αποτελεί παγκοσμίως μεμονωμένο παράδειγμα(14), καθώς ούτε επόμενες αποφάσεις γερμανικών δικαστηρίων ακολούθησαν την επιχειρηματολογία της(15).
Υπό την παραπάνω παραδοχή όμως ερχόμαστε αντιμέτωποι με το καίριο ερώτημα του πώς θα κριθούν οι περιπτώσεις μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες χρησιμοποιούν εδώ και καιρό χωρίς προβλήματα τα ίδια ή παρόμοια σήματα και εν γένει διακριτικά γνωρίσματα και που τώρα καλούνται να συγκατοικήσουν στο διαδίκτυο. Σε αντίθεση με τον υλικό κόσμο, όπου η δραστηριοποίηση σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας αλλά και η γεωγραφική απόσταση επιτρέπουν την αρμονική συνύπαρξη ταυτόσημων σημάτων και άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, το διαδίκτυο αποδεικνύεται ότι στο θέμα αυτό έχει περιορισμένα όρια. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κάθε σχηματισμός λέξεων μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο άπαξ ως domain name σε κάθε top level domain (όπως το .gr ή .com), ανεξαρτήτως του για ποίου είδους προϊόν, υπηρεσία ή άλλη δραστηριότητα πρόκειται να χρησιμοποιηθεί. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός αφενός ότι το domain name δεν μπορεί να συνοδεύεται από κάποια παράσταση, χρώμα ή ιδιαίτερο τρόπο γραφής και αφετέρου ότι πρέπει (για τεχνικούς λόγους) να αποτελείται από μέχρι και 24 γράμματα, οπότε οι δυνατότητες περιγραφικής διάκρισης των σημάτων και των διακριτικών γνωρισμάτων γενικότερα μειώνονται.
Στις περιπτώσεις αυτές γεννάται το ερώτημα αν θα ισχύσει αμιγώς η ειδική-τεχνική αρχή της χρονικής προτεραιότητας που διέπει τη διανομή των domain names (first come, first served), οπότε το domain name θα το πάρει όποιος προλάβει να το κατοχυρώσει πρώτος, ή αν ο δικαιούχος του αρχαιότερου διακριτικού γνωρίσματος εκτός του χώρου του διαδικτύου θα έχει κάποιο υπέρτερο δικαίωμα να χρησιμοποιήσει αυτό ως domain name(16)
Η αρχή της χρονικής προτεραιότητας αποτελεί πραγματικά κεντρική έννοια του δικαίου των διακριτικών γνωρισμάτων, αλλά η εφαρμογή της προϋποθέτει την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης(17). Από τη στιγμή που δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης, θα ήταν αντίθετο στις βασικές αρχές του δικαίου της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας αλλά και στην αρχή της οικονομικής ελευθερίας (Σύντ.5 § 1) να επιβληθεί στον δικαιούχο του νεότερου σήματος (εκτός του χώρου του διαδικτύου) να παραιτηθεί από τη χρήση του ως domain name προς όφελος του δικαιούχου χρονικά προγενέστερου σήματος (για άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες)(18). Στις περιπτώσεις αυτές, που και οι δύο διεκδικητές ενός domain name είναι δικαιούχοι σήματος ή άλλου διακριτικού γνωρίσματος στην επίδικη ένδειξη, θα πρέπει λόγω της τεχνικής ιδιαιτερότητας του διαδικτύου να ισχύσει η αρχή first come, first served(19). Συνεπώς ο λιγότερο επιμελής δικαιούχος σήματος, που ήρθε δεύτερος, θα είναι υποχρεωμένος να αποκλίνει, επιλέγοντας την προσθήκη κάποιας ένδειξης στο σήμα του, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως domain name στο ίδιο(20) top level domain(21).
Κάτι διαφορετικό ενδέχεται να ισχύσει μόνο αν το ένα από τα αντικρουόμενα σημεία αποτελεί σήμα φήμης, αλλά και τότε υπό την προϋπόθεση ότι η χρήση του ως domain name από τον έτερο θα αποτελεί αθέμιτη εκμετάλλευσή του υπό την έννοια των άρθρων 4 § 1γ και 26 § 1 του ν. 2239/1994(22). Θα πρέπει δηλαδή η χρήση του σήματος αυτού ως domain name από τον έτερο να προσπορίζει σε αυτόν χωρίς εύλογη αιτία αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του πρώτου ή να βλάπτει το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη τούτου(23).
Τέλος, τέθηκε από μερικούς συγγραφείς το ερώτημα, αν οι αρχές που ισχύουν για τη διαπίστωση του κινδύνου σύγχυσης σε περίπτωση παραποίησης ή απομίμησης του σήματος(24) (από σημείο που διακρίνει συναφή προϊόντα ή υπηρεσίες) είναι πραγματικά πρόσφορο να χρησιμοποιηθούν και για την κρίση σε περίπτωση σύγκρουσης σήματος και domain name(25). Ειδικότερα υποστηρίχθηκε ότι αφενός λόγω των τεχνικών ιδιαιτεροτήτων που καθιστούν τα domain names αγαθό σε ανεπάρκεια και αφετέρου λόγω της ακρίβειας που απαιτείται κατά την πληκτρολόγησή τους στον υπολογιστή(26), θα έπρεπε να αποκλίνουμε από την αυστηρότητα των νομολογιακά διαπλασμένων αυτών κανόνων, με αποτέλεσμα και η απλή προσθήκη μιας παύλας να αποτελεί επαρκή διαφοροποίηση που αίρει τον κίνδυνο σύγχυσης μεταξύ σήματος και domain name(27).
Η άποψη αυτή ορθά δεν υιοθετήθηκε από την νομολογία(28), γιατί ο κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού είναι ο ίδιος είτε αυτό κινείται στον συνηθισμένο συναλλακτικό χώρο είτε στον λεγόμενο κυβερνοχώρο(29). Πράγματι ο χρήστης του διαδικτύου πρέπει να είναι ιδιαίτερα ακριβής κατά την αναζήτηση μιας ιστοσελίδας μέσω του domain name που αντιστοιχεί σε αυτήν, αλλά δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το γεγονός αυτό έχει μεταβάλει (προς το παρόν τουλάχιστο) τις συνήθειες του μέσου, μετρίων γνώσεων και παρατηρητικότητας, καταναλωτή χρήστη του διαδικτύου(30). Συνεπώς ο κάτοχος του domain name θα είναι υποχρεωμένος να προσθέσει τέτοια διακριτικά σημεία σε αυτό, ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος σύγχυσης. Θα ισχύει μάλιστα πλήρως και η αρχή ότι όσο ισχυρότερο είναι το σήμα, τόσο μεγαλύτερη η παρεχόμενη προστασία(31).
Απόκλιση από τα παραπάνω ενδέχεται να είναι δυνατή μόνο εφόσον το domain name έχει σχηματιστεί από το όνομα του κατόχου που περιέχεται στο σήμα, τον διακριτικό τίτλο ή την επωνυμία του. Στην περίπτωση αυτή παρατηρείται το εξής ενδιαφέρον φαινόμενο: Ενώ από τη θεωρία και τη νομολογία έχει διαμορφωθεί ένα πλέγμα ρυθμίσεων για τις περιπτώσεις συνωνυμίας(32) που επιβάλλει την προσθήκη διαφοροποιητικών στοιχείων ώστε να ικανοποιούνται επαρκώς τα συγκρουόμενα συμφέροντα, η τεχνική ιδιαιτερότητα των domain names οδηγεί στην επαναπροσέγγιση των αντικρουόμενων σημείων· είναι προφανές ότι και οι δύο δικαιούχοι θα επιδιώξουν να χρησιμοποιήσουν ως domain name το επίμαχο μέρος του διακριτικού τους γνωρίσματος και όχι τη διαφοροποιητική ένδειξη. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν θα πρέπει να δεχθούμε ότι ο κάτοχος του χρονικά μεταγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος δεν θα στερηθεί τελείως του δικαιώματος να χρησιμοποιήσει το όνομά του στο domain name(33). Αν δεν είναι τεχνικά δυνατό να προσθέσει τέτοια διαφοροποιητικά σημεία ώστε να αποκλείεται τελείως ο κίνδυνος σύγχυσης, θα πρέπει να αρκεστούμε στο να απαιτήσουμε από αυτόν απλώς να τον μειώσει κατά το δυνατό(34).
3. Αρχή της εδαφικότητας: Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που ανακύπτει σχετικά με τη νομοθεσία περί σήματος εντοπίζεται στην αρχή της εδαφικότητας, η οποία αποδεικνύεται ανεπαρκής να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στην κοινωνία της παγκοσμιοποίησης και του διαδικτύου. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κάθε second level domain (δηλ. κάθε όνομα) μπορεί να κατοχυρωθεί κάτω από οποιοδήποτε από τα 246 top level domains. Στις περιπτώσεις που το αιτούμενο προστασία διακριτικό γνώρισμα αποτελεί μόνο σήμα και όχι παράλληλα και επωνυμία ή διακριτικό τίτλο(35), ο δικαιούχος του δύσκολα θα μπορεί να προστατευθεί από την κακόπιστη κατοχύρωσή του και χρήση του ως domain name υπό κάποιο μακρινό τοπικό-εθνικό top level domain, όπως στο παράδειγμα της Αmazon.
Βεβαίως το πρόβλημα αυτό της αρχής της εδαφικότητας δεν είναι καινούργιο για τους ασχολουμένους με τη νομοθεσία περί σήματος. Ωστόσο ο παράγοντας «διαδίκτυο» δίνει στο πρόβλημα αυτό εκρηκτικές διαστάσεις, αφενός λόγω της ταχύτητας της εξάπλωσής του και της ροής των πληροφοριών (π.χ. η εταιρία Amazon ιδρύθηκε πριν από τέσσερα χρόνια και αποτελεί σήμερα μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις στον κόσμο, ενώ το όνομά της έχει καταστεί συνώνυμο με το ηλεκτρονικό εμπόριο), και αφετέρου λόγω του παγκόσμιου χαρακτήρα του. Το διαδίκτυο δεν γνωρίζει σύνορα. Μία ιστοσελίδα υπό το domain name amazon.gr είναι εξίσου εύκολα προσιτή τόσο σε ένα χρήστη ηλεκτρονικού υπολογιστή στις ΗΠΑ ή στην Ιαπωνία όσο και σε ένα χρήστη στην Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει αντίστοιχα και για το domain amazon.com.
Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν οι περιορισμένες αποκλίσεις από την αρχή της εδαφικότητας, οι οποίες αναγνωρίζονται στο πλαίσιο της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων, είναι ικανές να ρυθμίσουν στο μέλλον τις εμπορικές συναλλαγές στο παγκόσμιο χωριό που ονομάζεται Ίντερνετ. Επίσης η προσφυγή σε διεθνώς ομοιόμορφους κανόνες καθώς και η υποχρεωτική διεθνής διαμεσολάβηση (administrative panels) στο επίπεδο των οργανισμών διαχείρισης για τις διαφορές σχετικά με τα domain names, όπως επιδιώκεται από διεθνείς οργανισμούς(36), δεν φαίνεται να μπορούν να επιλύσουν ριζικά το πρόβλημα. Οι κανόνες και οι διαδικασίες αυτές προς το παρόν τουλάχιστον δεν έχουν κανονιστικό και δικαιοδοτικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η προσφυγή κατά των διαμεσολαβητικών αυτών αποφάσεων στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία θα αποφασίζουν με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο.
III. Αθέμιτος ανταγωνισμός
Παράλληλα με την προστασία των διατάξεων περί σήματος αλλά και σε περιπτώσεις που αυτή δεν θα μπορεί να παρασχεθεί για τους παραπάνω αναφερθέντες λόγους, ερευνητέο θα είναι αν η χρήση ενός domain name μπορεί να απαγορευθεί με βάση τις διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό και ειδικότερα με βάση τη ρήτρα του άρθρου 1 ν. 146/1914. Αυτό θα συμβαίνει κυρίως σε περιπτώσεις που η χρήση του domain name γίνεται μεν στις συναλλαγές, αλλά δεν προκύπτει κίνδυνος σύγχυσης ή δεν γίνεται χρήση του εν είδει σήματος(37). Εδώ εμπίπτουν οι περιπτώσεις που επιχειρήσεις είτε χρησιμοποιούν τα διακριτικά γνωρίσματα ενός γνωστού ανταγωνιστή τους ως domain name, για να προσελκύσουν πελατεία σε βάρος του (αθέμιτη εκμετάλλευση ξένης φήμης), είτε απλά τα κατοχυρώνουν χωρίς να τα χρησιμοποιούν, για να τα εξουδετερώσουν (αθέμιτη παρεμπόδιση(38)).
Η γερμανική νομολογία παγίως πλέον, προβαίνοντας σε ευρεία ερμηνεία της έννοιας του "σκοπού του ανταγωνισμού(39) ", επιλύει με βάση την αντίστοιχη γενική ρήτρα του άρθρου 1 UWG και τις περιπτώσεις της κατοχύρωσης ενός domain name από τους λεγόμενους εμπόρους των domains με αποκλειστικό σκοπό την "μεταπώλησή" του στον δικαιούχο του αντίστοιχου διακριτικού γνωρίσματος(40). Αντίστοιχα και η αγγλική νομολογία επιλύει τις περιπτώσεις του domain grabbing εφαρμόζοντας το tort of passing off(41).
Επίσης το άρθρο 13 του ν. 146/1914 για τα διακριτικά γνωρίσματα κατά το ουσιαστικό σύστημα και την εμπορική επωνυμία θα μπορεί να τύχει εφαρμογής, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αυτό θέτει. Σχετικά με τις προϋποθέσεις της χρήσης στις συναλλαγές και του κινδύνου σύγχυσης, ισχύουν ανάλογα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Στις περιπτώσεις μάλιστα που το ίδιο σημείο ή μέρος του χρησιμοποιείται παράλληλα ως σήμα, επωνυμία και διακριτικός τίτλος(42), ο δικαιούχος του πιθανόν να μπορεί να προστατευτεί αποτελεσματικότερα από την εν λόγω διάταξη, παρά από τη νομοθεσία περί σήματος, έναντι της χρήσης του σημείου ως domain name εκ μέρους τρίτου.
IV. Αδικοπραξίες
Στις περιπτώσεις που δεν θα πρόκειται για χρήση στις συναλλαγές ή δεν θα υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης και ούτε θα αποδεικνύεται σκοπός ανταγωνισμού, προστασία μπορεί να επιτευχθεί με βάση τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες και ειδικότερα τις ΑΚ 914 και 919. Η εκ προθέσεως κατοχύρωση ξένου σήματος ή ονόματος ως domain name με σκοπό να εμποδίσει τον δικαιούχο του να το χρησιμοποιήσει ως διεύθυνση στο διαδίκτυο ή να τον εξαναγκάσει να πληρώσει "λύτρα" για να το αποκτήσει, αποτελεί παράνομη επέμβαση στην επαγγελματική δραστηριότητά του με την έννοια της ΑΚ 914 ή άλλως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ενέργεια με την έννοια της ΑΚ 919(43). Το παράνομο και η αντίθεση στα χρηστά ήθη θα είναι βέβαια δυσκολότερο να καταδειχθούν στις περιπτώσεις συνωνυμίας, κατά τις οποίες ο domain grabber (κυβερνοσφετεριστής) θα μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμά του στο όνομα.
V. Προστασία του ονόματος
Τέλος, η προστασία του ονόματος (και της εταιρικής αλλά και εμπορικής επωνυμίας) έναντι της χρήσης του ως domain name θα πρέπει να εξετασθεί και υπό το πρίσμα της ΑΚ 58(44). Κρίσιμο θα είναι, αν ο κάτοχος του domain name χρησιμοποιεί παράνομα το όνομα του δικαιούχου (ΑΚ 58 περ.β').
Παρανομία μάλλον δεν θα υπάρχει, αν ο κάτοχος έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο όνομα (π.χ. συνωνυμία). Το παραπάνω θα ισχύει σχεδόν απόλυτα σε περιπτώσεις που ο ιδιώτης κάτοχος του domain name θα μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμά του στο όνομα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα απόκλισης από την αρχή της χρονικής προτεραιότητας (first come, first served).
Ειδικά για την εμπορική επωνυμία, στο μέτρο που τα κρίσιμα για την εξακρίβωση της παράνομης προσβολής της κριτήρια ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του ν. 146/14(45), παραπέμπουμε στα όσα εκτέθηκαν σχετικώς παραπάνω. Αντίστοιχα ισχύουν και για την αρχή ότι ουδείς μπορεί να στερηθεί του δικαιώματος να χρησιμοποιεί το επώνυμό του ακόμη και στις εμπορικές συναλλαγές.
Επίσης με τις διατάξεις για την προστασία του ονόματος (και ενδεχομένως της προστασίας της προσωπικότητας αλλά και των αδικοπραξιών) θα μπορούν να αντιμετωπισθούν οι περιπτώσεις που ιδιώτες ή ιδεολογικές ενώσεις χρησιμοποιούν ως domain name τα διακριτικά γνωρίσματα ή την επωνυμία κάποιας επιχείρησης, προκειμένου να ασκήσουν από την αντίστοιχη ιστοσελίδα κατ' αυτής αντιπροπαγάνδα(46).
VI. Επίλογος
Με τις παραπάνω επισημάνσεις εκθέσαμε μέρος μόνο των προβλημάτων που σχετίζονται με τα domain names και αποτελούν, θα λέγαμε, την κορυφή του παγόβουνου. Όσο διευρύνεται ο κύκλος των χρηστών του διαδικτύου, και ιδιαίτερα όσο εξαπλώνεται η χρήση του ηλεκτρονικού εμπορίου, τόσο περισσότερα ζητήματα θα προκύπτουν σχετικά με τη χρήση των domain names. Στα όσα εκθέσαμε θα πρέπει να προστεθούν και τα γενικότερα ζητήματα που σχετίζονται με το δίκαιο και το διαδίκτυο, όπως αυτό του εφαρμοστέου δικαίου αλλά κυρίως της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων και της εκτέλεσης των αποφάσεων(47). Οι σχετικές υποθέσεις που απασχολούν τα τελευταία έτη τα δικαστήρια όλων των κρατών του κόσμου αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Πρωτοβουλίες για την επίλυση του προβλήματος των domain names έχουν αναλάβει τόσο κυβερνήσεις κρατών (με προεξάρχουσα την κυβέρνηση των Η.Π.Α.) όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την προστασία των πνευματικών δημιουργημάτων (WIPO)(48). Ο τελευταίος μάλιστα εξέδωσε τον Απρίλιο 1999 εκτενή σχετική έκθεση, στην οποία προτείνονται μεταξύ άλλων η σύσταση ειδικών διαιτητικών επιτροπών και ταχείες διαδικασίες απενεργοποίησης προδήλως κακόπιστα κατοχυρωμένων domain names, με αμφίβολα ωστόσο αποτελέσματα(49).
Η παραπάνω σύντομη παρουσίαση καταδεικνύει από τη μια μεριά τα νέα νομικά ζητήματα που προκύπτουν από την εξάπλωση του νέου αυτού μέσου επικοινωνίας και πληροφόρησης, που ονομάζεται Ίντερνετ. Δείχνει όμως από την άλλη μεριά και τον πλούτο σε μηχανισμούς προστασίας που αναπτύσσει η νομική επιστήμη, κυρίως των χωρών της ρωμαϊκής νομικής παράδοσης, γεγονός που πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα ενόψει της συντελούμενης παγκοσμιοποίησης(50).
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) ΜΠΣύρ 637/1999 ΔΕΕ 1999, 1276. (επιστροφή)
(2) Internet Protocol number. (επιστροφή)
(3) Domain Name Server. (επιστροφή)
(4) Για την απόδοση του όρου στα ελληνικά βλ. την προσπάθεια του Άνθιμου, Εισαγωγή στην προβληματική του Domain Name, ΔΕΕ 1999, 815, 817. (επιστροφή)
(5) Τη διαχείριση των τριών γενικών (ονομαζόμενων και "παγκοσμίων") top level domains (.com, .net, .org) είχε μέχρι πρότινος αποκλειστικά η εταιρία Internic βάσει συμβάσεως με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ενώ για τα υπόλοιπα 243 τοπικά top level domains ( π.χ. .uk για το Ηνωμένο Βασίλειο, .de για τη Γερμανία, .fr για τη Γαλλία κ.ο.κ.) υπάρχουν σε κάθε χώρα αντίστοιχες εταιρίες ή οργανισμοί. (επιστροφή)
(6) Αποδιδόμενοι στα ελληνικά ως "κυβερνοσφετεριστές" από τον Άνθιμο, ό.π. (σημ. 4), σ. 818, σημ.22. (επιστροφή)
(7) Για τη δραστηριότητα των ελλήνων cybersquatters αξίζει κανείς να επισκεφτεί ενδεικτικά τα εξής sites: mega.gr, net.gr, iaso.com, latsis.com, vardinoyannis.com, athina2004.com, greece2004.com, athina2004.net, olympiada.com, lawyer.gr, doctors.gr, medical.gr που ρητά διατίθενται προς πώλησηΧ continent.gr, visa.gr, mastercard.gr, 2004.com που έχουν αμφίβολο περιεχόμενοΧ greece2004.org που φιλοξενεί την ιστοσελίδα ενός θρησκευτικού οργανισμούΧ και τέλος aspis.com όπου -σε αντίθεση με τη διεύθυνση aspis.gr με την οποία προβάλλεται η ομώνυμη επιχείρηση- φιλοξενούνται τα παράπονα ενός πελάτη-επενδυτή της (με πλήρες ιστορικό και αλληλογραφία που ανταλλάσσουν τα μέρη!). Επίσης αρκετά domain, που σήμερα πλέον φιλοξενούν ιστοσελίδες γνωστών εταιριών, προσφέρονταν μέχρι πρότινος προς πώληση ή ενοικίαση (π.χ. dromeas.gr). (επιστροφή)
(8) Στην Ελλάδα βλ. Άνθιμο, ό.π. (σημ. 4), με παράθεση της διεθνούς βιβλιογραφίας, καθώς και Περάκη, Γενικό Μέρος του Εμπορικού Δικαίου, 1999, σ. 301.(επιστροφή)
(9) Kur, Namens- und Kennzeichenschutz im Cyberspace, CR 1996, 590, 591. (επιστροφή)
(10) Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία ΙΙ, δ' έκδοση, 1995, σ. 130. (επιστροφή)
(11) Kur, ό.π. (σημ. 9), σ. 591· Nordemann, Internet-Domains und zeichenrechtliche Kollisionen, NJW 1997, 1891, 1893. Αντίστοιχα στις ΗΠΑ Panavision International, L.P. v. Toeppen, 945 F.Supp. 1296, U.S..P.Q.2d (BNA) 1908 (C.D. Cal. 1996). (επιστροφή)
(12) Η γερμανική θεωρία και νομολογία μάλιστα αντιμετωπίζουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα domain name έχει κατοχυρωθεί απλά χωρίς να χρησιμοποιείται κάνοντας δεκτή προληπτική αγωγή έναντι επικείμενου κινδύνου χρήσης του domain name στις συναλλαγές (OLG Dόsseldorf CR 1998, 165, 166 - epson.de (= NJW-RR 1998, 979)· LG Frankfurt a.M. NJW-RR 1998, 974, 975 - lit.de). Νεώτερες αποφάσεις μάλιστα δέχονται ότι η απλή καταχώρηση αποτελεί ήδη χρήση στις συναλλαγές, λόγω της παρεμποδιστικής λειτουργίας που έχει αυτή ως προς την καταχώρηση του ίδιου σημείου από άλλον χρήστη του διαδικτύου (βλ. OLG Dresden CR 1999, 589, 590 (=NJW-CoR 1999, 302) - cyberspace.de· OLG Braunschweig CR 1998 364, 365 - deta.com). (επιστροφή)
(13) OLG Dόsseldorf ό.π. (σημ. 12), σ. 168. (επιστροφή)
(14) Για τη Γαλλία βλ. TGI Bordeaux, ord. rιf., 22 juill. 1996, Sapeso et Atlantel c/ Icare, PIBD, n° 632, ΙΙΙ, σ. 274· TGI Versailles, 14 avr. 1998, Champagne cιrιales c/ GJ, Rev. Lamy dr. aff. 1998, n° 7, σ. 31, με σχόλιο L. Costes. Για τις ΗΠΑ βλ. Maritz, Inc. v. Cybergold, Inc. 947 F.Supp. 1338 (U.S. District Court, E.D. Missouri). (επιστροφή)
(15) Βλ. LG Mόnchen I CR 1997, 540, 541 - freundin.de με σχόλιο Cloos (= MMR 1998, 556 =NJW-RR 1998, 984)· LG Hamburg, KuR 1998, 365 - eltern.de· LG Braunschweig ό.π. (σημ. 12). Για το θέμα αυτό βλ. επίσης Wiebe, Zur Kennzeichnungsfunktion von Domain Names, CR 1998, 157. (επιστροφή)
(16) Έτσι η TGI Paris, ord. rιf., 12 mars 1998, Alice c/ Alice, D. 1999, Jur. σ. 316, με σχόλιο M. Viala, η οποία ωστόσο ανακλήθηκε από το Εφετείο CA Paris, 4 dιc. 1998 υπό http://www.legalis.net/jnet/decisions/marques/arret_ca-paris_0411298.htm. (επιστροφή)
(17) Για τον κίνδυνο σύγχυσης στο δίκαιο των διακριτικών γνωρισμάτων βλ. Ν. Ρόκα, Αθέμιτος ανταγωνισμός, 1975, σ. 139 επ. (επιστροφή)
(18) Βλ. Λιακόπουλο, Ζητήματα Εμπορικού Δικαίου ΙΙΙ, 1997, σ. 145. (επιστροφή)
(19) Όριο στην παραπάνω διαπίστωση θα αποτελεί βεβαίως η ΑΚ 281, π.χ. για περιπτώσεις όπου η καταχώρηση του νεότερου σήματος γίνεται για να "νομιμοποιήσει" τη μετέπειτα κατοχύρωση του domain name. (επιστροφή)
(20) Ενδέχεται βεβαίως να είναι ακόμα δυνατή η κατοχύρωση αυτούσιου του σήματος χωρίς προσθήκες σε ένα άλλο top level domain, π.χ. στο .com αντί του .gr. (επιστροφή)
(21) Αντίστοιχα για το γαλλικό δίκαιο βλ. Loiesau, Nom de domaine et Internet: turbulences autour d' un nouveau signe distinctif, D. 1999, Chr. σ. 245, 249· M. Viala, Σχόλιο υπό την TGI Paris, ό.π. (σημ. 16), σ. 318. (επιστροφή)
(22) Βλ. Λιακόπουλο, ό.π. (σημ.18), σ. 144. (επιστροφή)
(23) Έτσι LG Mόnchen I ό.π. (σημ. 15), σ. 542· OLG Karlsruhe, MMR 1999, 171, 172 -zwilling.de (αθέμιτο όφελος). Για υπόσκαψη της φήμης βλ. από την αμερικανική νομολογία Hasbro, Inc. v. Internet Entertainment Group, 40 U.S.P.Q. 2d 1479 (W.D.Wash.1996). Επίσης OLG Hamm CR 1998, 241, 242 με παρατ. Bettinger - krupp.de (=MMR 1998, 214 με σχόλιο Berlit) και OLG Mόnchen EwiR 1999, 543 (Hoeren) - shell.de με εν μέρει αμφίβολη αιτιολόγηση καθώς δέχονται κίνδυνο υπόσκαψης της φήμης, στηρίζουν όμως την αξίωση παράλειψης στο δικαίωμα στο όνομα κατά την §12 BGB. (επιστροφή)
(24) Κατά τη γερμανική νομολογία κρίσιμο για την αξιολόγηση της χρήσης είναι μόνο το second level domain με αποτέλεσμα η χρήση ενός σημείου υπό οιοδήποτε top level domain, π.χ. .com ή .gr να αποτελεί χρήση σημείου που ταυτίζεται με το σήμα (παραποίηση). Σε κάθε περίπτωση πάντως, η προσθήκη του top level domain δεν αποτελεί αρκετή διαφοροποίηση ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος σύγχυσης με το προγενέστερο σήμα (το ίδιο ισχύει βεβαίως κατά μείζονα λόγο για το πρωτόκολλο επικοινωνίας http://www. που προηγείται υποχρεωτικά κάθε domain name). Βλ. LG Frankfurt a.M. ό.π. (σημ. 12), σ. 976· OLG Dresden , ό.π. (σημ. 12), σ. 591 και LG Hamburg v. 30.9.1998 (315-0-278/98) xtra.net υπό http://www.onlinerecht.de/vorent.html?LGHamburg980930. Η τελευταία ορθώς δέχεται ότι η κατάληξη ενδέχεται να είναι κρίσιμη όταν χρησιμοποιείται και αυτή εν είδει σήματος, με αποτέλεσμα το domain name xtra.net να προσβάλλει το δικαίωμα στο σήμα xtranet. (επιστροφή)
(25) Kur, Internet Domain names, CR 1996, 328· η ίδια, CR 1996, 593· η ίδια, Kennzeichenkonflikte im Internet, σε Festschrift fόr Beier, 1996, σ. 276· Hoeren, Rechtsfragen des Internets, 1996, σ. 98 επ.· Graefe, Marken und Internet, MA 1996, 100, 102. Bettinger, Kennzeichenrecht im Cyberspace: Der Kampf um die Domain-Namen, GRUR Int. 1997, 402, 412. (επιστροφή)
(26) Η παραμικρή απόκλιση κατά την αναγραφή μιας ηλεκτρονικής διεύθυνσης, έστω και κατά μια τελεία, οδηγεί τον χρήστη του διαδικτύου σε διαφορετική ιστοσελίδα από αυτήν που αναζητά. (επιστροφή)
(27) Έτσι ο Hoeren, ό.π. (σημ. 25), σ. 99. (επιστροφή)
(28) Όπως τουλάχιστον έμμεσα προκύπτει από τη νομολογία σχετικά με την προσθήκη των top level domains (βλ. παραπ. σημ. 23). Βλ. και OLG Hamm ό.π. (σημ. 23), σ. 243 που αφήνει το θέμα ανοιχτό. (επιστροφή)
(29) Nordemann, ό.π. (σημ. 11), σ. 1894. (επιστροφή)
(30) Nordemann, ό.π., σ. 1894. (επιστροφή)
(31) Poeck, σε Schwartz, Recht im Internet, Stadtbergen, 1996, 4-2.2, σ. 16. Σχετικά με την αρχή βλ. Ν. Ρόκα, Δίκαιον σημάτων, 1978, σ. 106 και 107 επ. (επιστροφή)
(32) Βλ. αναλυτικά Λιακόπουλου, Ομώνυμες εμπορικές επωνυμίες (Γνμδ.), ΕΕμπΔ 1995, 324 επ. και Ν. Ρόκα, Ομώνυμα σήματα (Γνμδ.), ΕΕμπΔ 1996, 208 επ. (επιστροφή)
(33) Γενικά για την αρχή αυτή βλ. Λιακόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία ΙΙ, δ' έκδ., 1995, σ. 185. Κατά την Kur, CR 1996, 594 η αρχή αυτή συναντάει τα όριά της στις τεχνικές ιδιαιτερότητες του διαδικτύου. (επιστροφή)
(34) Έτσι Viefhues σε Hoeren/Sieber/Decker, 6, Αρ. 84. (επιστροφή)
(35) Σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΔΣ Παρισίων η εμπορική επωνυμία (και ο διακριτικός τίτλος) προστατεύονται κατ' απόκλιση από την αρχή της εδαφικότητας "εν πάση χώρα της Ενώσεως, άνευ υποχρεώσεως καταθέσεως ή καταχωρήσεως, είτε αποτελεί ή μη μέρος του βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος". (επιστροφή)
(36) Βλ. παρακάτω υπό VΙ. (επιστροφή)
(37) Κατά την σχεδόν ομόφωνη άποψη της νομολογίας και της θεωρίας στη Γερμανία (βλ. αντί πολλών OLG Dresden ό.π. (σημ. 12), σ. 590 και Wiebe, Zur Kennzeichnungsfunktion von Domain Names, CR 1998, 157) αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. British Telecommunications plc. and others. v. One in a Million Ltd. and others, 1998 4 AllΕR 476) η χρήση ενός σήματος ως domain name είναι κατά κανόνα ικανή να προσβάλει τη λειτουργία προέλευσης του σήματος, αποτελεί δηλαδή χρήση εν είδει σήματος. Πραγματικά, λαμβάνοντας υπόψη την πρακτική που ακολουθούν οι χρήστες του διαδικτύου προκειμένου να βρουν την ηλεκτρονική διεύθυνση ενός εμπόρου καθώς και το γεγονός της αναγραφής της ελεύθερα επιλεγόμενης και όχι τεχνικά δεδομένης (όπως κατά κανόνα ο τηλεφωνικός αριθμός) ηλεκτρονικής διεύθυνσης στην εμπορική αλληλογραφία, τις διαφημίσεις και ενίοτε και πάνω στα ίδια τα προϊόντα, η χρήση του domain name όχι εν είδει σήματος θα αποτελεί μάλλον την εξαίρεση, τουλάχιστον στο ηλεκτρονικό εμπόριο. (επιστροφή)
(38) OLG Dresden ό.π. (σημ. 12), σ. 592. (επιστροφή)
(39) Βλ. την περίφημη απόφαση του BGH GRUR 1985, 550 - Dimple. (επιστροφή)
(40) LG Dόsseldorf ό.π. (σημ. 12), σ. 171· LG Braunschweig ό.π. (σημ. 12), σ. 366· LG Braunschweig CR 1997, 414 - braunschweig.de. Αντίθετος λόγω έλλειψης σχέσης ανταγωνισμού ο Wilmer, Offene Fragen der rechtlichen Einordnung von Internetdomains, CR 1997, 562, 565 και εν μέρει ο Bettinger, ό.π. (σημ. 25), σ. 412 επ. (επιστροφή)
(41) Βλ. British Telecommunications plc. and others. v. One in a Million Ltd. and others, ό.π. (σημ. 37), καθώς και R. Meyer-Rochow, The application of passing off as remedy against domain name piracy, 20 European Intellectual Property Review, Nov. 1998, σ. 405. (επιστροφή)
(42) Βλ. Ν. Ρόκα, Αθέμιτος ανταγωνισμός, 1975, σ. 133 επ. (επιστροφή)
(43) Βλ. για το γερμανικό δίκαιο Bettinger, ό.π. (σημ. 25), σ. 414· Bόcking, Internet-Domains - Neue Wege und Grenzen des bόrgerlich-rechtlichen Namensschutzes, NJW 1997, 1887, 1890. Βλ. και διάκριση από Wilmer, ό.π. (σημ. 40), σ. 566. (επιστροφή)
(44) Η παγκοσμίως πρώτη απόφαση που αφορούσε το domain grabbing, LG Mannheim, CR 1996, 353 με σχόλιο Hoeren, απαγόρευσε σε μια εταιρία παροχής υπηρεσιών διαδικτύου να δημοσιεύει πληροφορίες για την πόλη Χαϊδελβέργη υπό το domain name heidelberg.de, κρίνοντας ότι έτσι προσβάλλεται το δικαίωμα του ομώνυμου δήμου στο όνομά του, καθώς οι αναγνώστες της ιστοσελίδας θα μπορούσαν να νομίσουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες όχι μόνο αφορούν αυτόν αλλά και προέρχονται από αυτόν. (επιστροφή)
(45) Βλ. Λιακόπουλο, Βιομηχανική ιδιοκτησία ΙΙ, δ' έκδ., 1995, σ. 185. (επιστροφή)
(46) Kur, Festschrift fόr Beier, 1996, σ. 274 με αναφορά στην BGH GRUR 1984, 684 - Mordoro. Στην περίπτωση αυτή βέβαια στη σχετική στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων (μεταξύ των οποίων η ελευθερία του λόγου προκειμένου για τον κάτοχο του domain name) αναπόφευκτα θα πρέπει να βαρύνει στην κρίση του δικαστή το γεγονός ότι η χρήση του για τον σκοπό αυτό εμποδίζει τον δικαιούχο του διακριτικού γνωρίσματος να το χρησιμοποιήσει στην αγορά του διαδικτύου. (επιστροφή)
(47) Βλ. Καράκωστα, Το δίκαιο του Ίντερνετ, ΝοΒ 46, 1172, 1181 επ.· Μαρίνου, Το Internet και οι συνέπειές του κυρίως στο χώρο του Δικαίου, ΕλΔ 1998, 1 επ · Μούζουλα, Συναλλαγές δια μέσου του Ιντερνετ, ΕλΔ 1998, 15επ. (υπό http://www.lawnet.gr/congress1/mouzoulas.html). Ειδικότερα για τη δικαιοδοσία βλ. Kalow, From the Internet to Court: Exercising Jurisdiction over World Wide Web Communications, 65 Fordham Law Review 2241. (επιστροφή)
(48) Αξίζει να επισημανθεί ότι έχει πέσει και ο ίδιος θύμα domain grabbing (wipo.com), φιλοξενείται όμως ως διεθνής οργανισμός στο top level domain .int. (επιστροφή)
(49) Το πεδίο εφαρμογής της έκθεσης-πρότασης (υπό http://wipo2.wipo.int/process/ eng/processhome.html), εφόσον γίνει αποδεκτή από τον αρμόδιο φορέα, την εταιρία που διαχειρίζεται πλέον την ονοματοδοσία στο διαδίκτυο (ICANN), θα περιορίζεται στα τρία γενικά top level domains (.com, .net., .org) και συνεπώς δεν καταλαμβάνει αυτοδικαίως και το ελληνικό domain (.gr). Για σύντομη περιγραφή του περιεχομένου της έκθεσης βλ. Άνθιμο, ό.π. (σημ. 4), σ. 824. (επιστροφή)
(50) Βλ. και Lehmann, Cyberlaw: Rechtsevolution durch Globalisierung, σε Festschrιft fόr Fikentscher, 1997, σ. 944, 952. (επιστροφή)
![]()
| © 1999-2002 Apostolos Georgiades & Associates. All rights reserved. |
Contact the Webmaster |